Πριν από τη λήξη του οικονομικού έτους 2023, το Δημοσιονομικό Συμβούλιο Κύπρου δημοσίευσε καθηκόντως την Τελική του Έκθεση επιχειρώντας διάφορες εκτιμήσεις, αξιολογήσεις και προβλέψεις σχετικά με τους κινδύνους που έχει να αντιμετωπίσει η Κυπριακή, η Ευρωπαϊκή αλλά και διεθνείς οικονομία.

Επειδή τα όσα αναφέρονται στην Έκθεση του ΔΣΚ τείνουν να διαμορφώσουν όχι μόνο απόψεις και εντυπώσεις στην κοινή γνώμη σχετικά με ομάδες εργαζομένων αλλά και να επηρεάσουν ουσιαστικά τη λήψη πολιτικών αποφάσεων και τη χάραξη οικονομικής πολιτικής, θεωρούμε υποχρέωση μας να προβούμε και δημοσίως σε ορισμένα σχόλια και παρατηρήσεις επί συγκεκριμένων αναφορών της έκθεσης για χάριν πληρέστερων εξηγήσεων και σφαιρικής, για όσους/όσες ενδιαφέρονται, πληροφόρησης.

Εν πρώτοις, επισημαίνουμε με ικανοποίηση ότι η Τελική Έκθεση του ΔΣΚ καταπιάνεται και με το σοβαρότατο θέμα των ανείσπρακτων φόρων, μιας χαίνουσας πληγής που ταλανίζει το κράτος για δεκαετίες. Κάτι που είχαμε υποδείξει σε προηγούμενη επιστολή μας προς τον Πρόεδρο του ΔΣΚ ότι απουσίαζε από την Ενδιάμεση Έκθεση τους.

  1. Γενική Εικόνα του Προϋπολογισμού

 Προβληματίζεται το ΔΣΚ περί αύξησης των ανελαστικών δαπανών και κυρίως το κρατικό μισθολόγιο, ως σημείο ανησυχίας για τη βιωσιμότητα των δημοσίων οικονομικών και τη περιορισμένη παραγωγικότητα της κρατικής μηχανής, με τις δαπάνες να καταγράφουν σημαντική αύξηση κατά 30.2% στον Προϋπολογισμό 2024 σε σχέση με το 2023, ενώ η κοινωνία καλείται να πληρώνει περισσότερα για τις ίδιες υπηρεσίες και για την ίδια ποιότητα υπηρεσιών της τάξης του 15.1%.

Η ανησυχία του ΔΣΚ σχετικά με το κρατικό μισθολόγιο είναι κατά την άποψη μας υπερβολική και δημιουργεί ανεδαφικούς συνειρμούς αλλά και εντυπώσεις, οι οποίες πιστεύουμε πως απαντώνται ως εξής:

α) Η μεγάλη αύξηση που κατέγραψε το μισθολόγιο το 2023 οφείλεται κατά μεγάλο μέρος στην διόρθωση που επήλθε με τη πλήρη αποκατάσταση των μισθών των εργαζομένων στον δημόσιο και ευρύτερο κρατικό τομέα, οι οποίοι κρατήθηκαν μειωμένοι για μια δεκαετία, καθώς και την αύξηση του ποσοστού απόδοσης της ΑΤΑ. Η «αύξηση» του 15% που επισημαίνεται ότι καταγράφει το μισθολόγιο δεν θα είναι επαναλαμβανόμενο φαινόμενο. Γι’ αυτό η εστίαση του ΔΣΚ στο κρατικό μισθολόγιο χωρίς εξηγήσεις, πέραν του ότι αναπαράγει άκριτα την υστερόβουλη ρητορική των εργοδοτικών οργανώσεων, στέλνει ηθελημένα ή άθελα στον μέσο αναγνώστη λανθασμένα μηνύματα και δημιουργεί αχρείαστα αρνητικές εντυπώσεις. Να υπομνήσουμε ότι οι οικονομικές απώλειες των εργαζομένων σύμφωνα με την Έκθεση του ΙΝΕΚ-ΠΕΟ για την οικονομία, για την 10ετή περίοδο της τραπεζικής κρίσης, ήταν άνω των €11δις, με το μεγαλύτερο μέρος του κόστους να το επωμίζονται δυσανάλογα οι κρατικοί υπάλληλοι.

β) Το κράτος, ως γνωστό, παρέχει στους πολίτες κυρίως υπηρεσίες. Δεν κατασκευάζει και δεν πωλάει προϊόντα για να έχει πολλές μεγάλες δαπάνες (π.χ. αγορά πρώτων υλών, κόστη εισαγωγών, εξαγωγών κλπ) πλην του κόστους του προσωπικού και των κτηρίων που χρησιμοποιεί για να μπορεί να ανταποκριθεί στο ρόλο του και να παρέχει τις υπηρεσίες που οι πολίτες αναμένουν. Αναπόφευκτα λοιπόν το μισθολόγιο αποτελεί τη μεγαλύτερη ανελαστική δαπάνη. Να μην ξεχνούμε όμως ότι εκτός από τις υπηρεσίες που το κράτος παρέχει για τη λειτουργία της Δημοκρατίας, μερίδα του προσωπικού χρησιμοποιείται για την είσπραξη φορολογιών και άλλων οφειλών πολύ μεγαλύτερων σε ποσά από τις δαπάνες που αντιστοιχούν στους μισθούς του προσωπικού. Χωρίς το προσωπικό αυτό η είσπραξη των εσόδων του κράτους δεν θα ήταν δυνατή.

γ) Εάν το μισθολόγιο παραμένει σχετικά ψηλό σε σχέση με τα έσοδα του κράτους ή σε σχέση με το ΑΕΠ[1] αυτό δεν σημαίνει ότι οι μισθοί των Δημοσίων Υπαλλήλων και άλλων εργαζομένων που απασχολεί είναι ψηλοί. Το 70% των υπαλλήλων της Δημόσιας Υπηρεσίας ανήκουν στις κλίμακες Α2-5-7 με ακάθαρτους μισθούς από €1200/μήνα για νεοπροσληφθέντες μέχρι €3300/μήνα για τους αρχαιότερους. Εμείς έχουμε την άποψη ότι το πρόβλημα εντοπίζεται στην άλλη πλευρά του ισολογισμού όπου τα έσοδα του κράτους συνεχίζουν να παραμένουν χαμηλά (αδυναμία είσπραξης φορολογικών οφειλών αφού τα ποσοστά μας είναι από τα χαμηλότερα στην ΕΕ) το δε ΑΕΠ θα μπορούσε να αυξηθεί περαιτέρω αν οι επιχειρηματίες αύξαναν τις επενδύσεις τους σε παραγωγικά κεφάλαια αντί να διοχετεύουν το μεγαλύτερο μέρος των υπερκερδών τους σε υπηρεσίες, προϊόντα και άλλες αγορές ιδιωτικής ωφέλειας[2].

ε) Όπως αναφέραμε και στην Ενδιάμεση Έκθεση, η διαπίστωση του ΔΣΚ για αύξηση των δημοσιονομικών δαπανών εστιάζεται στην ανεπαρκή παραγωγικότητα της κρατικής μηχανής. Θα πρέπει, όμως, η διαπίστωση του ΔΣΚ να συμπεριλάβει και τις πηγές του προβλήματος, οι οποίες εστιάζονται στην διαχρονική διοικητική παθογένεια που ταλανίζει το δημόσιο λόγω κομματικών παρεμβάσεων καθώς και τη διενέργεια ουσιαστικών εισηγήσεων για βελτίωση, όπως π.χ. επαρκή εκπαίδευση, προαγωγή των ικανότερων και καταλληλότερων υποψηφίων, αποτροπή εργαλειοποίησης θεσμών, τμημάτων και υπηρεσιών για προσωπικές πολιτικές ατζέντες και κομματικούς σκοπούς κ.α . Επίσης, σημειώνεται ότι η αύξηση των δημοσιονομικών βασίζεται στις οικονομικές πραγματικότητες και αξίες μισθών, οι οποίες είναι αναγκαίες για τη διασφάλιση στους δημοσίους υπαλλήλους ένα επίπεδο διαβίωσης, το οποίο να προάγει το δημόσιο συμφέρον. Αυτή η πρόνοια εκπηγάζει από το Σύνταγμα και δεν μπορεί να γίνει επίκληση της διαπίστωσης του ΔΣΚ για να μην αποδοθούν οι νενομισμένες αυξήσεις στους μισθούς. Το ότι η Κύπρος είναι μια μικρή χώρα, δεν παύει από του να χρειάζεται επαρκή στελέχωση και δομή της κρατικής υπηρεσίας ώστε να δύναται να εξασφαλίζει ικανοποιητική εξυπηρέτηση των πολιτών και των αναγκών του κράτους και να ανταποκρίνεται στις απαιτήσεις και υποχρεώσεις που θέτει η ΕΕ. Κάτι που έχει ως επακόλουθο ψηλότερο κόστος ανά πολίτη από ότι μεγαλύτερα κράτη.

  1. Νομισματική Πολιτική

Είναι συμπέρασμα του ΔΣΚ ότι η νομισματική πολιτική αναμένεται πως δεν θα προχωρήσει σε μεγάλη μείωση των επιτοκίων κατά τους επόμενους 12 μήνες και ως αποτέλεσμα η εγχώρια ζήτηση θα συνεχίσει να δέχεται πιέσεις. Η συνεχιζόμενη πίεση στην πιστωτική επέκταση επικεντρώνεται στις μικρές και μικρομεσαίες επιχειρήσεις και με δεδομένο ότι οι μικρές επιχειρήσεις ευθύνονται για το 55% των επιχειρηματικών κερδών στην κυπριακή οικονομία, και πως στις μικρές και μικρομεσαίες αντιστοιχεί το 77% των κερδών, η συγκράτηση της πιστωτικής επέκτασης προοιωνίζει πιέσεις στην ανάπτυξη και επιδείνωση των κοινωνικών δεικτών της Κύπρου, καθώς η πιστωτική επέκταση υπέρ των μεγάλων επιχειρήσεων ισοδυναμεί με μετατόπιση της παραγωγικής δυναμικής -και του πλούτου- από την μεσαία προς την άνω οικονομική τάξη. Σε συνδυασμό με την αύξηση των κερδών σε βάρος των ιδιωτικών μισθολογίων, το ΔΣΚ αναμένει αύξηση της ανισότητας στην διανομή του πλούτου. Για αυτό εκτιμά πως θα σημειωθεί αύξηση των αναγκών για κοινωνικές δαπάνες και η υιοθέτηση οριζόντιων μέτρων «κοινωνικής πολιτικής» θα είναι επιζήμια για την κοινωνία και δαπανηρή για τα δημόσια οικονομικά.

Ο πληθωρισμός έχει σημαντικά αυξημένο αντίκτυπο στα νοικοκυριά χαμηλού οικονομικού εκτοπίσματος, με αποτέλεσμα η επίπτωση να είναι για αυτά πολύ μεγαλύτερη και να διαμορφώνονται κοινωνικές πιέσεις. Το ΔΣΚ υποστηρίζει την αποφυγή οριζόντιων μέτρων, τα οποία δεν μπορούν να χαρακτηριστούν ως «κοινωνικά» και ενθαρρύνει την αυστηρά στοχευμένη λήψη μέτρων. Όμως, επειδή η μεγάλη αύξηση του πληθωρισμού, όπως είναι διαπίστωση και του ΔΝΤ, επηρεάζει ολόκληρο το φάσμα των νοικοκυριών και των εργαζομένων, υπάρχει κατά την άποψη μας ανάγκη τόσο για οριζόντια μέτρα, τα οποία θα ωφελέσουν όλα τα νοικοκυριά, όσο και για στοχευμένα μέτρα, που θα ανακουφίσουν τις περισσότερο ευάλωτες κοινωνικά ομάδες. Τυχόν επικέντρωση, σε ότι αφορά τη χάραξη κοινωνικής πολιτικής και λήψη ανακουφιστικών μέτρων, μόνο στις ευάλωτες ομάδες και παντελής παραγνώριση των αναγκών και των δυσκολιών που αντιμετωπίζει η μεσαία εισοδηματική τάξη, η οποία αποτελεί τη ραχοκοκαλιά κάθε υγειούς κοινωνίας, θα συνιστούσε σοβαρή παράλειψη με πολλαπλές και σύνθετες αρνητικές προεκτάσεις.

Στην Ενδιάμεση Έκθεση του, το ΔΣΚ συμφώνησε με την ανάλυση του Διεθνούς Νομισματικού Ταμείου πως, μετά το πληθωριστικό κύμα λόγω καυσίμων, ενέργειας και τροφίμων, η οικονομία βιώνει διάχυση του φαινομένου με αποτέλεσμα να καταγράφεται πληθωριστική πίεση σε ευρεία βάση. Το ΔΣΚ πρόσθεσε πως οι μη εμπορεύσιμες υπηρεσίες, τα μη εποχιακά τρόφιμα και η επίδραση της ΑΤΑ αποτελούν πλέον βασικούς παράγοντες για την μεταβολή του πληθωρισμού σε φαινόμενο που είναι λιγότερο έντονο από ότι το 2022, αλλά πιο επίμονο. Οι αυξήσεις αυτές δεν δείχνουν τάση σταθεροποίησης, κάτι που μεταφράζεται σε εκτίμηση μείωσης του πραγματικού διαθέσιμου εισοδήματος των νοικοκυριών και αύξηση των τιμών παραγωγού το επόμενο διάστημα.

Η διαπίστωση του ΔΣΚ ότι η δομή του πληθωρισμού μετατοπίζει το εισόδημα και τον πλούτο εντός της κοινωνίας και ενδέχεται να αυξήσουν τις πιέσεις για νέες κοινωνικές δαπάνες, διαμορφώνοντας διαρθρωτικές αδυναμίες για την οικονομία και διαβρώνοντας την ανταγωνιστικότητα της, αφήνει κατά παράδοξο τρόπο εκτός συζήτησης ή έστω αναφοράς την μεγαλύτερη πηγή του προβλήματος που δεν είναι άλλη από την άκρατη αισχροκέρδεια (greedflation) των επιχειρήσεων. Είναι γεγονός ότι υπάρχει μετατόπιση του πλούτου προς την επιχειρηματική τάξη αλλά δεν έχουμε εντοπίσει στην Έκθεση εισηγήσεις ή συστάσεις προς το κράτος για τη λήψη μέτρων για αποθάρρυνση της αισχροκέρδειας αυτής, ώστε να μειωθεί ο πληθωρισμός και να εξαλειφθούν οι διαρθρωτικές αδυναμίες για την οικονομία, οι οποίες επηρεάζουν την ανταγωνιστικότητα της.

  1. Καταληκτική επισήμανση του ΔΣΚ προς τον Υπουργό Οικονομικών

Τέλος, η Έκθεση του ΔΣΚ επικυρώνει ότι οι παραδοχές, όπως αυτές παρουσιάζονται στον Προϋπολογισμό του 2023 και στο Μεσοπρόθεσμο Δημοσιονομικό Πλαίσιο 2024-2026, είναι ικανές να διασφαλίσουν την μακροοικονομική και δημοσιονομική βιωσιμότητα και σταθερότητα και είναι συμβατές με τις κοινοτικές υποχρεώσεις της Δημοκρατίας. Επιβεβαιώνει επιπλέον πως  δεν διακρίνονται σοβαροί βραχυπρόθεσμοι κίνδυνοι στην εξυπηρέτηση του χρέους της Δημοκρατίας ή άλλως πως στην δημοσιονομική σταθερότητα ενώ, συνιστά έμμεση παραδοχή πως στην ουσία δεν διακρίνονται πραγματικά σοβαροί κίνδυνοι για τα δημόσια οικονομικά, ούτε από το κρατικό μισθολόγιο, ούτε από την παραχώρηση της ΑΤΑ αλλά ούτε και από τις θέσεις που θα πληρωθούν στο δημόσιο μετά από μια δεκαετία παγώματος.

 

Κώστας Ιωάννου

Πρόεδρος

9 Ιανουαρίου 2024

 

 

[1] Με βάση τα στοιχεία του 2022, οι απολαβές του προσωπικού για τη Γενική Κυβέρνηση ως ποσοστό του ΑΕΠ ανέρχεται στο 11.4%. Χαμηλότερο, δηλαδή, από το μέσο όρο της ΕΕ που ανέρχεται στο 12.4%.

[2] Έκθεση ΙΝΕΚ-ΠΕΟ για την οικονομία και την απασχόληση, 2023.